Χώρος Μελών
ΕκτύπωσηΕκτύπωση Κλείσιμο Κλείσιμο

Κυπριακή Δημοκρατία
Ιστορικό


Το Τμήμα Περιβάλλοντος αποτελεί μετεξέλιξη της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, η οποία δημιουργήθηκε το 1986. Πρώτος Διευθυντής της Υπηρεσίας διορίστηκε το 1992 ο κ. Νίκος Γεωργιάδης και στη συνέχεια το 2007 ο κ. Αντώνης Αντωνίου. Η μετατροπή της Υπηρεσίας σε Τμήμα πραγματοποιήθηκε το 2010 και ο διορισμός του κ. Κώστα Χατζηπαναγιώτου ως Διευθυντή Τμήματος έγινε στις 3 Μαρτίου 2011.

Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, μεγάλος αριθμός νομοθετημάτων έχει υιοθετηθεί στο εθνικό δίκαιο της Κύπρου, δημιουργώντας ισχυρά θεμέλια περιβαλλοντικής πολιτικής, καθώς επίσης και αρκετά περιβαλλοντικά μέτρα και προγράμματα, τα οποία διασφαλίζουν τη διατήρηση και όπου χρειάζεται τη βελτίωση της κατάστασης του περιβάλλοντος.

Το Τμήμα Περιβάλλοντος σαν ρυθμιστική αρχή, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στους περιβαλλοντικούς και αναπτυξιακούς θεσμούς του τόπου. Έχει ρόλο συντονιστή για θέματα στα οποία εμπλέκονται και άλλες αρμόδιες Υπηρεσίες/Τμήματα. Σε θέματα δικής του αρμοδιότητας διαδραματίζει συντονιστικό αλλά και εκτελεστικό ρόλο, αφού εφαρμόζει σειρά πολιτικών και νομοθεσιών σε ένα ευρύ φάσμα θεματικών ενοτήτων, όπως η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η διαχείριση αποβλήτων, ο έλεγχος της ρύπανσης των νερών και του εδάφους, η κλιματική δράση και η προστασία και διαχείριση της φύσης.

Εκτός των νομοθετημάτων που υιοθετούνται λόγω του ευρωπαϊκού κεκτημένου, το Τμήμα είναι σημείο επαφής και υλοποιεί τις πρόνοιες των πλείστων Συμβάσεων των Ηνωμένων Εθνών που αφορούν το περιβάλλον ενώ παράλληλα εμπλέκεται και στην εφαρμογή του Μεσογειακού Προγράμματος Δράσης (MAP) των Ηνωμένων Εθνών.


Εξέλιξη των Περιβαλλοντικών δρώμενων στην Κύπρο
Σημερινή εικόνα

Τα πράγματα στη ελεύθερη Κύπρο αναφορικά με το περιβάλλον αλλάζουν.
Η εικόνα η οποία παρουσιάζουμε είναι βελτιωμένη με τη πάροδο του χρόνου. Σήμερα υπάρχουν και λειτουργούν μεγάλος αριθμός μη κυβερνητικών οργανώσεων (NGOs) και άλλων επαγγελματικών οργανισμών, οι οποίοι με τις δράσεις τους εμπλέκονται στα δρώμενα του τόπου και ευαισθητοποιούν τόσο τους πολίτες καθώς συνεισφέρουν και σε απόψεις με θετικό τρόπο για την καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος.

Οι κρατικές αρχές επίσης έχουν αναπτύξει μεγάλο αριθμό και τύπο δράσεων για το περιβάλλον. Ταυτόχρονα δρουν προληπτικά με την εκπόνηση μελετών επιμέτρησης επιπτώσεων για έργα και προγράμματα. Επιζητείται μέσω αυτών η βελτιστοποίηση του σχεδιασμού τους καθώς και η έκφραση απόψεων με τους εμπλεκόμενους προς την κατεύθυνση αυτή. Στον τομέα αυτό η Κύπρος είναι σε καλό δρόμο μιας και το σύστημα το οποίο διατηρεί είναι από τα πλέον δημοκρατικά και αποδοτικά παρόλο που εμπλέκονται αρκετές υπηρεσίες στις διαδικασίες.


Υπάρχουν τομείς όμως όπου αντιμετωπίζονται σημαντικές δυσκολίες. Ανοικτοί τομείς όπου αναμένονται ακόμα να γίνουν πολλά αποτελούν ο τομέας προστασίας της Φύσης και τα θέματα κλιματικής αλλαγής. Σε αυτούς τους δύο τομείς είμαστε σε πολύ αρχικό στάδιο και οι προσπάθειες χρειάζεται να μεγιστοποιηθούν. Σε διαφορετική περίπτωση αναμένονται σημαντικές επιβαρύνσεις για ανεπάρκειες στην εφαρμογή του περιβαλλοντικού και κλιματικού κεκτημένου. Η ΕΕ έχει ήδη προχωρήσει σε δημιουργία ξεχωριστής Γενικής Διεύθυνσης Κλίματος με τεράστιο αριθμό νομοθετημάτων προς υλοποίηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τον τομέα προστασίας της Φύσης όπου χρειάζεται το συντομότερο να δημιουργηθούν υποδομές για εφαρμογή μέτρων διαχείρισης των περιοχών Natura 2000. Ιδιαίτερα προβλήματα αναμένονται να υπάρξουν στην εφαρμογή των μέτρων σε περιοχές όπου υπάρχουν δικαιώματα ανάπτυξης και θα πρέπει αυτά με κάποιους τρόπους να διαφοροποιηθούν. Οι δυνατότητες της Κύπρου στους δύο πιο πάνω τομείς είναι προς το παρόν μικρές και αναμένονται σοβαρά προβλήματα τα οποία μόνο με κοινωνική συναίνεση μπορούν να αντιμετωπιστούν.


Σε κάποια άλλα περιβαλλοντικά θέματα είμαστε σε πιο προχωρημένη ή/και καλύτερη πορεία. Για παράδειγμα σε θέματα διαχείρισης αποβλήτων και ελέγχου της ρύπανσης τα πράγματα έχουν δρομολογηθεί σε κάποια πορεία. Έχει αρχίσει να ολοκληρώνεται ένα δίκτυο με εγκαταστάσεις οι οποίες διαχειρίζονται όλων σχεδόν των ειδών αποβλήτων. Αναφορικά με τα επικίνδυνα απόβλητα και για αυτά υπάρχει σήμερα σημαντική υποδομή για τη διαχείριση τους σε ικανοποιητικό βαθμό κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα. Με την πιο αυστηρή εφαρμογή των νομοθεσιών αναμένεται ότι θα αυξηθεί και ο βαθμός αποτελεσματικότητας στη διαχείριση. Για τον έλεγχο της ρύπανσης των νερών επίσης υπάρχουν ανοικτά προγράμματα τα οποία προχωρούν προς τη σωστή κατεύθυνση.



Ευαισθητοποίηση Κυπρίων πολιτών – κοινωνικών εταίρων

Η εικόνα στο θέμα αυτό δεν είναι σαφής αλλά είναι μάλλον θετική. Οι κύπριοι έχουμε αυξήσει κατά πολύ το ενδιαφέρον μας τα τελευταία χρόνια για τα περιβαλλοντικά θέματα και αυτό εκφράζεται μέσω διαφόρων γεγονότων και οφείλεται και σε πολλές αιτίες. Την σχολική ενημέρωση και εκστρατείες από τη μια και από την άλλη η διαπίστωση ότι αρκετά θέματα περιβάλλοντος έχουν πάψει πλέον να επιβαρύνουν οικονομικά τους προϋπολογισμούς των πολιτών αλλά αντίθετα να θεωρούνται ότι συνεισφέρουν θετικά. Τέτοια περίπτωση θα αποτελέσει στο άμεσο μέλλον η διαχείριση των αποβλήτων και απορριμμάτων που παράγουμε στα σπίτια μας. Η ύπαρξη επιβάρυνσης σύμφωνα με την παραγωγή απορριμμάτων θα μας στρέψει την προσοχή στο πώς να παράγουμε πιο λίγα απόβλητα και να τα διαχωρίζουμε στην πηγή με επιδίωξη να μην μπαίνουν στο σύστημα χρέωσης μας.



Εκεί όμως που τα θέματα είναι πιο δύσκολα στα αποτελέσματα της ευαισθητοποίησης είναι εκεί όπου δεν υπάρχει άμεση ιδιωτική ωφέλεια αλλά κοινό όφελος. Τέτοια είναι τα θέματα προστασίας της Φύσης περιλαμβανομένων και των περιοχών Natura 2000. Φαίνεται να υπάρχει δυσαρέσκεια σε κάποιο βαθμό στο κοινό σε σχέση με τα πιθανά αναπτυξιακά δικαιώματα που νοιώθει ότι θα χάσει. Έτσι παρόλο που είναι κατανοητή η ανάγκη προστασίας της Φύσης και των ενδιαιτημάτων, εντούτοις δεν είναι διατεθειμένοι οι πολίτες στην επίτευξη του στόχου μέσω και της δικής τους συνεισφοράς προς τα κοινά. Αυτό το σκεπτικό δεν διαφέρει και πολύ από αυτό που ίσχυε στο παρελθόν για θέματα χωροθέτησης εγκαταστάσεων λόγω κακής εμπειρίας και που συνοψίζεται στο γνωστό ως σύμπτωμα NIMBY (not in my back yard).


Τα πράγματα όμως δεν είναι στάσιμα. Και σε αυτή την περίπτωση με κάποιους τρόπους θα αναγκαστούμε να προσπαθήσουμε ώστε να αυξήσουμε τον βαθμό ευαισθητοποίησης και αποδοτικότητας μας και στα θέματα προστασίας της φύσης. Δεν είναι τυχαίο ότι και στη Ευρώπη το πρόβλημα αυτό έχει αναγνωριστεί και επιχειρούνται τώρα με διάφορους τρόπους ενέργειες προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του αισθήματος κοινωνικής αποδοχής, μέτρων προστασίας της φύσης. Οι ενέργειες αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποσκοπούν στην απόδοση πρόσθετης αξίας στα μέτρα προστασίας ώστε να υπάρξει κατά κάποιο τρόπο αντικατάσταση και ισοζύγισμα των απωλειών της αξίας ανάπτυξης της γης με αξία η οποία θα προέλθει από νέες προοπτικές, αυτές της εναλλακτικής οικολογικής ανάπτυξης.



Εξέλιξη των περιβαλλοντικών θεσμών στην Κύπρο και σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ σε θέματα περιβαλλοντικής ανάπτυξης.

Όπως αντιλαμβανόμαστε πριν δύο δεκαετίες στην Κύπρο δεν υπήρχε κανένα περιβαλλοντικό νομοθέτημα. Όλα άρχισαν δειλά - δειλά το 1991 όταν το κράτος υπέβαλε τα πρώτα περιβαλλοντικά νομοσχέδια και η Βουλή των Αντιπροσώπων τα ψήφισε. Αυτά αποτέλεσαν τους πρώτους περιβαλλοντικούς νόμους και αφορούσαν την προστασία των νερών και του αέρα από βιομηχανική ρύπανση (αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, αντίστοιχα).


Μετά από δύο δεκαετίες βλέπουμε στην Κύπρο να τίθενται σε ισχύ προς εφαρμογή πέραν των 200 νόμων και κανονισμών σε όλους τους θεματικούς τομείς του περιβάλλοντος. Η προσπάθεια είναι μεγάλη τόσο από πλευράς κράτους όσο και ιδιωτικού τομέα.


Δεν μπορεί παρά η Κύπρος να προσεγγίζει σιγά - σιγά τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ στην περιβαλλοντική ανάπτυξη με όλα τα επακόλουθα που αυτό περικλείει. Εννοούμε την μεγέθυνση της συνεισφοράς των πράσινων επαγγελμάτων στο ΑΕΠ της Κύπρου και την αύξηση της αγοράς εργασίας σε αυτά. Στον τομέα αυτό συνεισφέρουν θετικά και τα διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Κύπρου τα οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αυξήσει τις ειδικεύσεις τους σε θέματα που σχετίζονται με τη περιβαλλοντική πράσινη αγορά εργασίας. Οι απόφοιτοι αυτοί θα ενταχθούν, μπορεί δύσκολα μεν, αλλά με θετική συνεισφορά στην αγορά εργασίας και μαζί με την υπόλοιπη κοινωνία θα πορευτούν προς την αύξηση της περιβαλλοντικής ανάπτυξη στην οικονομία της Κύπρου. Ήδη σήμερα λειτουργούν μερικές δεκάδες συμβουλευτικών γραφείων σε περιβαλλοντικά θέματα. Η αγορά ενισχύεται επίσης με την ανάπτυξη άλλων πράσινων επαγγελμάτων κυρίως στον τομέα των ΑΠΕ και την παραγωγή πράσινης ενέργειας.



Εξέλιξη των θεσμών στην Κύπρο – 4 βασικές περίοδοι

Παρατίθεται στη συνέχεια μια ιστορική αναδρομή της εξελικτικής πορείας των περιβαλλοντικών δρώμενων στην Κύπρο. Αν αναλογιστεί κάποιος τα στάδια που πέρασε η Κύπρος τότε θα αντιληφθεί πιο καλά και τη συνέχεια.


Η περίοδος από την τουρκική εισβολή μέχρι και σήμερα θα μπορούσε να
διαιρεθεί σε 4 περιόδους. Η πρώτη είναι μέχρι το 1990. Η δεύτερη μέχρι το 2000. Η τρίτη μέχρι το 2004 και η μετά το Μάιο του 2004 περίοδο της ένταξης.

Η
πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τη μετά την εισβολή περίοδο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990 και θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει από περιβαλλοντικής σκοπιάς ως περίοδο σχεδόν παντελούς έλλειψης περιβαλλοντικών προτύπων, ευαισθητοποίησης του κοινού καθώς και απουσία κάθε περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Σε αυτή την περίοδο οι προτεραιότητες του κράτους και των πολιτών ήταν η ανάκαμψη από τις επιπτώσεις της τουρκικής εισβολής και η επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας του νησιού.

Σε όλο θεσμικό σύστημα ανάπτυξης της οικονομίας επικρατούσε μέχρι τότε η Άδεια Οικοδομής. Χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής ήταν επίσης η κατά περίπτωση ανακάλυψη και αντιμετώπιση περιβαλλοντικών προβλημάτων, μετά τη δημιουργία τους (σχεδόν πάντοτε εκ των υστέρων), και χωρίς τον ορθολογικά επαρκή προγραμματισμό για προληπτική δράση. Μερικά τέτοια παραδείγματα ήταν το θέμα του ασκαρέλ, το εργοστάσιο μπαταριών στη Λακατάμια, κλπ.


Τόσο η ευαισθητοποίηση των πολιτών όσο και η κρατική μέριμνα ήταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα ακριβώς λόγω των διαφορετικών προτεραιοτήτων του κράτους και της κοινωνίας. Οι δε συνδιαλλαγές του κράτους μέχρι τότε για περιβαλλοντικά θέματα γινόντουσαν κυρίως στα πλαίσια των αδεσμεύτων χωρών ή και των Ηνωμένων Εθνών. Στην περίοδο αυτή υπήρχαν μόνο, κάποιες κατά περίπτωση και χωρίς σαφείς αρμοδιότητες, ενέργειες περιβαλλοντικού περιεχομένου από κάποια κρατικά τμήματα λόγω κυρίως ατομικού ενδιαφέροντος κάποιων Λειτουργών.


Στη συνέχεια μετά το 1990 η
δεύτερη περίοδος χαρακτηρίστηκε (α) από την είσοδο της πολεοδομικής άδειας στην αναπτυξιακή διαδικασία της Κύπρου και (β) από τις πρώτες σαφείς ενέργειες της Διοίκησης για ανάπτυξη περιβαλλοντικών διοικητικών μέτρων (απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου για περιβαλλοντικές μελέτες, Λατομεία) και των πρώτων 2 περιβαλλοντικών νομοθεσιών για τον έλεγχο της ρύπανσης (νόμοι για τον έλεγχο της ρύπανσης των νερών και του αέρα). Έτσι άρχισε δειλά την περίοδο αυτή να δημιουργούνται θεσμοθετημένες διαδικασίες από πλευράς κράτους με επακόλουθο τις πρώτες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα άρχισε να υπάρχει και ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και υπηρεσιών οι οποίες έκριναν κατά περίπτωση ότι ήταν οι πιο αρμόδιες για το εκάστοτε περιβαλλοντικό θέμα. Αυτό δυσκόλευε πολύ το συντονισμό ο οποίος ήταν απαραίτητος για να λειτουργήσει το περιβαλλοντικό σύστημα διαχείρισης το οποίο έπασχε σημαντικά λόγω έλλειψης Υπουργείου Περιβάλλοντος.

Η
τρίτη περίοδος αντιπροσωπεύει την έντονη περίοδο (2000 – 2004) της προσπάθειας εναρμόνισης με το Ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό κεκτημένο όπου σε μικρό χρονικό διάστημα έπρεπε αφενός να υιοθετηθούν πέραν των 250 νομοθετημάτων στο εθνικό δίκαιο της Κύπρου και αφετέρου να δημιουργηθεί η υποδομή για τον περιβαλλοντικό έλεγχο της εφαρμογής των νομοθετημάτων αυτών.

Χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής ήταν η έντονη αύξηση του ενδιαφέροντος των πολιτών και της κοινωνίας για τα περιβαλλοντικά θέματα συνοδευμένη με την αύξηση της ανάμειξης των μη κυβερνητικών οργανώσεων στα περιβαλλοντικά δρώμενα του τόπου καθώς και της έντονης δραστηριοποίησης της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι πολίτες άρχισαν πλέον να ενημερώνονται με σωρεία σεμιναρίων και άλλων εκδηλώσεων για τις πρόνοιες των επερχόμενων περιβαλλοντικών νομοθεσιών, ως αποτέλεσμα της εναρμόνισης.


Γενικά άρχισαν να δρομολογούνται θεσμοθετημένες νομοθετικές διαδικασίες για τα πλείστα περιβαλλοντικά θέματα (πχ. προστασία της φύσης, ρύπανση νερών και εδαφών, ποιότητα αέρα και νερών, αποχετευτικά συστήματα, νιτρορύπανση, περιβαλλοντικές μελέτες, στερεά απόβλητα / ανακύκλωση κλπ.). Μέσα στα πλαίσια της εναρμόνισης είχαν ξεκαθαρίσει σε μεγάλο βαθμό και τα θέματα σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων τμημάτων και υπηρεσιών που μέχρι τότε δρούσαν έντονα ανταγωνιστικά.

Έτσι το αποτέλεσμα ήταν οι πλείστες νομοθεσίες του περιβάλλοντος να μεταφερθούν στο Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (κυρίως στο Τμήμα Περιβάλλοντος), καθώς και σε άλλα τμήματα του Υπουργείου. Αρκετές αρμοδιότητες έχουν παραμείνει ή /και μεταφερθεί επίσης στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπως ποιότητα και ρύπανση ατμόσφαιρας, χημικές ουσίες, διασυνοριακή μεταφορά αέριων ρύπων κλπ. Άλλες νομοθεσίες παρέμειναν στο Υπουργείο Υγείας (πόσιμο νερό) και κάποιες στο Υπουργείο Εσωτερικών (διαχείριση σκουπιδότοπων και μετατροπή τους σε χώρους υγειονομικής ταφής).


Το σημαντικό στοιχείο ανεπάρκειας σε αυτή την περίοδο, χωρίς όμως να διαφανούν οι επιπτώσεις του τότε, ήταν η έλλειψη και το ότι δεν δρομολογήθηκαν διαδικασίες για τη κατάλληλα επαρκή υλοποίηση, εφαρμογής και επιβολής των περιβαλλοντικών νομοθεσιών οι οποίες ψηφίστηκαν. Οι ενέργειες αυτές ήταν απαραίτητες και είχαν πραγματοποιηθεί από όλες τις τότε υπό ένταξη χώρες.


Η
τέταρτη περίοδος είναι αυτή μετά το Μάιο 2004, δηλαδή, της μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την οποία διανύουμε μέχρι σήμερα. Αυτή η περίοδος περικλείει αρκετά νέα στοιχεία και χαρακτηριστικά τα οποία δεν υπήρχαν στις προηγούμενες περιόδους. Υπήρξαν αμέσως μετά την ένταξη και αναμένουν να εφαρμοστούν επαρκώς στο σύνολο τους τα νομοθετήματα με τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία εναρμονίστηκε.

Η εφαρμογή τους αποτελεί όχι μόνο συμβατική υποχρέωση του κράτους μέλους με στόχο την προστασία και ποιοτική αναβάθμιση του περιβάλλοντος και της υγείας, αλλά και σημαντικό θέμα πλέον ίσης μεταχείρισης των επιχειρήσεων της Κύπρου μεταξύ τους.



Η δυνατότητα της Κύπρου να γίνει χώρα πρότυπο όσον αφορά την περιβαλλοντική και οικολογική της εικόνα

Η ενίσχυση της επαρκούς εφαρμογής των νομοθεσιών του περιβάλλοντος αναμένεται να έχει σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην περιβαλλοντική και οικολογική εικόνα τόσο εντός της Κύπρου όσο και μεταξύ των Κυπριακών επιχειρήσεων και των Ευρωπαϊκών.


Αν τα πιο πάνω ληφθούν κατάλληλα υπόψη τότε η Κύπρος θα είναι πραγματικά σε θέση να διεκδικήσει τα επόμενα χρόνια μια θέση πρότυπο μεταξύ των χωρών κρατών μελών της ΕΕ παρουσιάζοντας μια εικόνα πραγματικά όπως της αξίζει και ταυτόχρονα να ενισχύσει την προώθηση της πράσινης ανάπτυξης και της αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα των περιβαλλοντικών επαγγελμάτων.