Η ιστοσελίδα του Τμήματος Γεωργίας,προσφέρει στο κοινό εύκολη πρόσβαση σε μουσειακά αντικείμενα. Το Μουσείο Κυπριακής Υπαίθρου, μέσω της ανάρτησης του εκθέματος του μήνα, σας δίδει την ευκαιρία, έτσι ώστε κάθε μήνα να γνωρίσετε ή να θυμηθείτε ένα νέο αντικείμενο.
Έκθεμα Νοεμβρίου 2025 από το Μουσείο Κυπριακής Υπαίθρου: Σικλί(ν), Σίκλα(ν)
Χάλκινο, οικιακό σκεύος, με κυλινδρικό σώμα, κυρτή βάση και ελαφρώς εισέχων λαιμό με ταινιωτό χείλος, αναδιπλούμενο προς τα έξω. Πλευρικά του χείλους στερεώνονται, αντικριστά, με χάλκινα, αμφικέφαλα καρφιά, δύο μεταλλικοί συνδέσμοι κυκλικής διατομής, με πεπλατυσμένα άκρα που σχηματίζουν εξέχουσα θηλιά στο μέσο, όπου αναρτάται χάλκινη τοξωτή λαβή με αγκιστροειδείς απολήξεις. Περιμετρικά κοντά στη βάση, παρατηρούνται ίχνη σύνδεσης των μεταλλικών τμημάτων, καθώς και συνδετικό υλικό, πιθανόν ορείχαλκος. Το σκεύος φέρει εσωτερικά ίχνη επικασσιτέρωσης.
Τα χάλκινα σκεύη κατασκευάζονταν από εξειδικευμένους τεχνίτες, τους χαλκωματάδες ή καζαντζήδες, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι συνήθως σε εργαστήρια μέσα σε χάνια ή «περβόλες». Η πρώτη ύλη του σκεύους ήταν συνήθως εισαγόμενος χαλκός, σε μορφή πλάκας, που σημαδευόταν με «κουμπάσσο» (μεταλλικός διαβήτης) και κοβόταν στο επιθυμητό σχήμα με ψαλίδι. Η επεξεργασία της πλάκας γινόταν με συνεχές ζέσταμα στη φωτιά και απότομη ψύξη με εμβάπτιση του μετάλλου σε κρύο νερό για να μαλακώσει. Για τη σφυρηλάτηση, που πραγματοποιούταν σε στάδια (έως επτά φορές), χρησιμοποιούταν το «σίδερο», είδος αμονιού σε διαφορετικά μεγέθη και σχήματα, κατ’ αναλογία του σκεύους, και σφυριά. Είναι πιθανό η μορφοποίηση των παρειών να γινόταν με τη βοήθεια ενός υποτυπώδους καλουπιού, πάνω στο οποίο δουλευόταν το έλασμα. Έπειτα, με την ίδια διαδικασία (πυράκτωση-σφυρηλασία) σχηματιζόταν το χείλος. Το τελικό στάδιο της επεξεργασίας περιελάμβανε το «στερέωμα», τη διαμόρφωση δηλαδή της εξωτερικής επιφάνειας, ώστε να καλυφθεί από φολιδωτό πλέγμα, που καθιστούσε το σκεύος μη ελατό. Το ολοκληρωμένο πλέον αντικείμενο έπρεπε να λιμαριστεί με μεταλλική λίμα για να ομαλοποιηθεί πλήρως το χείλος και να στιλβωθεί ύστερα από συνεχές τρίψιμο, που αφαιρούσε παράλληλα και το στρώμα αιθάλης. Με την εκμηχάνιση του επαγγέλματος, η διαδικασία του στιλβώματος διαφοροποιήθηκε και αντί της λίμας άρχισε να χρησιμοποιείται το «τσαρκί(ν)», ένα είδος μηχανικού τροχού.
Η επικασσιτέρωση των χάλκινων σκευών, αν και σε κάποιες περιπτώσεις γινόταν από τους χαλκωματάδες, αποτελούσε κυρίως εργασία των «μάντηδων» (γανωματάδων), τεχνιτών που ταυτίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα με τον νομαδικό λαό των αθίγγανων. Αρχικά γινόταν ο καθαρισμός του σκεύους με άμμο ή σκουριά για να απομακρυνθεί η σκωρία ή τα υπολείμματα παλιότερου στρώματος κασσιτέρου, αν υπήρχε. Σε δεύτερο στάδιο γινόταν χημικός καθαρισμός με υδροχλωρικό οξύ (Τ. κεζάπσιον ή ασίντ) και άφθονο νερό στη συνέχεια. Ακολουθούσε το «βράσιμο στη φωτιά», η πυράκτωση δηλαδή του σκεύους και η προσθήκη σε αυτό ενός είδους αμμωνίου, γνωστού με την τοπική ονομασία «νισσιαστήρι». Όταν το σκεύος με το πρόσθετο χημικό άρχιζε να «καπνίζει», να βγαίνει δηλαδή έντονος λευκός καπνός, η επιφάνεια ήταν έτοιμη για να προστεθεί «καλάι», δηλαδή κασσίτερος με καθαρότητα 99,9%. Το υλικό, λόγω της θερμοκρασίας υγροποιούταν και στρωνόταν με γρήγορες κινήσεις σε όλη την επιφάνεια με τη βοήθεια ενός κομματιού καθαρού βαμβακιού. Ο τεχνίτης επαναλάμβανε τη διαδικασία, ωθώντας όμως το υλικό προς τα κάτω, «κάθοντα». Κατά διαστήματα, ακουμπούσε το κομμάτι βαμβακιού στο «νισσιαστήρι» και το έτριβε σε παρακείμενη, λίθινη πλάκα.
To Σικλί χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά και την τοποθέτηση ξηρών τροφών και πιθανώς και ως διακοσμητικό.